Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2009

ΛΙΘΑΝΘΡΑΚΑΣ ΜΕΤΑ ΤΟ 2020 ΚΑΙ ΒΛΕΠΟΥΜΕ

ΑΛΛΑΓΗ ΠΛΕΥΣΗΣ ΣΤΗΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ

Προσαρμοσμένη στην κυβερνητική πολιτική, που θέτει εκτός ενεργειακού ισοζυγίου τον λιθάνθρακα και την πυρηνική ενέργεια, είναι η έκθεση του Συμβουλίου Εθνικής Ενεργειακής Στρατηγικής.
Πρόκειται για τη δεύτερη έκθεση που συντάχθηκε το 2009. Η πρώτη στο μεγαλύτερο μέρος της είχε συνταχθεί πριν από την κρίση. Επιπλέον δε, πρότεινε μονάδες λιθάνθρακα ως αντιστάθμισμα για τη μη εισαγωγή των πυρηνικών.
Η χθεσινή, την οποία υπογράφει ο πρόεδρος του ΣΕΕΣ Ραφαήλ Μωυσής, με βάση τις αποφάσεις που ελήφθησαν στο ενδιάμεσο για τον λιθάνθρακα, στηρίζει την κάλυψη των ενεργειακών αναγκών μέχρι το 2020 στις σημερινές πηγές (λιγνίτης, φυσικό αέριο, ΑΠΕ) και δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην εφαρμογή πολιτικών κινήτρων με στόχο την εξοικονόμηση ενέργειας.
Για το διάστημα μετά το 2020, προβλέπει τη χρήση λιθάνθρακα και γενικότερα στερεών καυσίμων, με την προϋπόθεση ότι θα μπορούν να εφαρμοστούν τεχνικές «καθαρής» καύσης άνθρακα.
Ενδιαφέρον έχει επίσης η επισήμανση που κάνει για τα πυρηνικά ο πρόεδρος του Συμβουλίου στο εισαγωγικό του σημείωμα. Αναφέρει συγκεκριμένα ότι «η έκθεση, συμμορφούμενη προς το κυρίαρχο κοινωνικό και πολιτικό κλίμα, δεν αναφέρεται σε προοπτική χρησιμοποίησης της πυρηνικής ενέργειας, ακόμη και στον ορίζοντα οράματος (σ.σ. 2050)». Στο αρνητικό κλίμα για τα πυρηνικά, ο κ. Μωυσής αντιπαραθέτει τα σχέδια των περισσότερων γειτονικών χωρών για πυρηνικά εργοστάσια. Θέτει δε ερωτήματα για το κατά πόσο τα εργοστάσια αυτά θα αποτελέσουν κίνδυνο ή διέξοδο για την ενεργειακή οικονομία της χώρας.
Μείωση ζήτησης 3%
Η μη αναγκαιότητα χρήσης λιθάνθρακα στην έκθεση συνδυάζεται με τα σενάρια που αναπτύσσει για μειωμένη ζήτηση ενέργειας μέχρι το 2020. Για το 2010 συγκεκριμένα προβλέπει μείωση 3% έναντι 15% του προηγούμενου σεναρίου και για το 2020. Την ανακοπή της αύξησης της ζήτησης την αποδίδει στην κρίση, η οποία, σύμφωνα με την έκθεση, θα έχει μακροχρόνιες επιπτώσεις, αλλά και στην εφαρμογή πολιτικών εξοικονόμησης ενέργειας.
Γενικότερα δε η έκθεση είναι προσαρμοσμένη στην επέκταση της χρήσης ανανεώσιμων πηγών και στην εφαρμογή πολιτικών εξοικονόμησης. Ωστόσο και για τα δύο θέματα παρατηρεί ότι υφίστανται αντικίνητρα και γραφειοκρατικές αγκυλώσεις που εμποδίζουν την ανάπτυξή τους.
Διευκόλυνση ανανεώσιμων
Ετσι, για τις ανανεώσιμες πηγές, προτείνει το πρόβλημα με τις αδειοδοτήσεις να ξεπεραστεί με νομοθετική ρύθμιση, για την εφάπαξ αξιολόγηση των αιτήσεων που εκκρεμούν. Επίσης, με τη δημοσίευση των κορεσμένων περιοχών, ώστε να πάψουν να κατατίθενται αιτήσεις.
Οσο για την εξοικονόμηση ενέργειας, ασκεί εμμέσως κριτική στη μέχρι σήμερα ασκούμενη πολιτική, που δεν έχει αποτελέσματα. Τονίζει η έκθεση ότι η στρατηγική για τη βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας «θα πρέπει να περιλαμβάνει όλα εκείνα τα κρατικά υποστηρικτικά μέτρα που είναι σε θέση να ενημερώσουν, να ενισχύσουν, να διευκολύνουν, να δελεάσουν, να αναγκάσουν (όπου χρειάζεται με κανονισμούς και άλλα υποχρεωτικά μέτρα) και γενικά να κατευθύνουν τους τελικούς χρήστες σε αποτελεσματικές πρακτικές και επενδύσεις».

Δεν υπάρχουν σχόλια: